Από τον Σπύρο Τσιώτση
Μεγάλος ντόρος γίνηκε με αυτή τη Μαύρη Παρασκευή, αγγλιστί Black Friday. Στην πατρίδα των υπερβολών, την Ελλάδα, είχαμε χοντρικά δυο ακραίες κατηγορίες. Αυτούς που την έκραζαν ανηλεώς στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αυτούς που στριμώχτηκαν για αρκετές ώρες ώστε να βρουν κάποια σούπερ προσφορά. Υπήρξαν διάφορα επιχειρήματα υπέρ και κατά της εγκαθίδρυσης ενός ξενόφερτου η αλήθεια είναι θεσμού. Το ζήτημα όμως είναι κατά πόσο αυτή η πρωτοβουλία των εμπόρων, η οποία επεκτείνεται και από ημερήσια γίνεται εβδομαδιαία, αποφέρει κέρδη στις επιχειρήσεις γενικότερα. Η ιδέα πίσω από κάθε προσφορά είναι ότι με μια μείωση των κερδών σε κάποια προϊόντα, η επιχείρηση θα προσελκύσει κόσμο μέσα στο μαγαζί, ο οποίος ίσως να ικανοποιήσει και άλλες του ανάγκες αγοράζοντας και κάτι άλλο. Δεν χρειάζεται να ισχύει αυτό γι α όλους όσους μπουν μέσα στο κατάστημα. Ένα μόνο ποσοστό να κινηθεί έτσι, η στρατηγική της επιχείρησης μπορεί να αποβεί κερδοφόρα. Από την πλευρά του προσεχτικού καταναλωτή επίσης είναι πολύ επικερδής περίοδος αυτή γιατί αν ψάξει μπορεί να βρει κάτι που τον ενδιαφέρει σε ιδιαίτερα συμφέρουσα τιμή. Ο μόνος χαμένος σε αυτή την περίπτωση είναι ο εργαζόμενος, ο οποίος θα έχει να αντιμετωπίσει έναν όχλο από άσχετους, αγενείς και πολλές φορές οργισμένους τύπους, και καλά καταναλωτές, που δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν, ή επιτίθενται στον υπάλληλο γιατί το προϊόν προσφοράς τελείωσε. Επιπλέον, υπάρχει και η περίπτωση ατελείωτων υπερωριών, καθώς πολυκαταστήματα ζητάνε επέκταση ωραρίου, όπως έγινε και στην Ελλάδα αυτή τη φορά. Από όσο γνωρίζω αυτό δεν έγινε αποδεκτό από το υπουργείο.
Όλα αυτά ισχύουν σε θεωρητικό επίπεδο και αφορούν μια οικονομία σε σχετικά ομαλή κατάσταση, όχι την ελληνική οικονομία και αγορά. Ο θεσμός αυτός ο οποίος χρειάζεται να αποτιμηθεί όταν θα έχουν τελειώσει και οι χριστουγεννιάτικες διακοπές, είναι δυνατόν να γυρίσει μπούμερανγκ εναντίον του ελληνικού εμπορίου. Ήδη προηγούμενες εμπειρίες από πρωτοβουλίες όπως πχ η λευκή νύχτα σε κάποιες περιοχές δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα για τους καταστηματάρχες καθώς δεν αυξήθηκε ο τζίρος απλά μεταφέρθηκε από άλλες μέρες που ψώνιζαν οι καταναλωτές, σε αυτές τις μέρες που είχαν εκδηλώσεις προώθησης. Από την πλευρά των εργαζομένων, οι παραπάνω ώρες και ο φόρτος εργασίας δεν επιβραβεύεται με κάποιο μπόνους παραγωγικότητας ούτε καν πολλές φορές με τις νόμιμες υπερωρίες, με τη δικαιολογία της οικονομικής στενότητας. Δικαιολογία η οποία στο επίπεδο της επιχείρησης μπορεί να είναι και σωστή αλλά σε επίπεδο συνολικά της αγοράς, οδηγεί στην πτώση της αγοραστικής δύναμης αλλά και της απόδοσης των εργαζομένων. Μπορεί το δεύτερο να είναι λίγο ουτοπικό αλλά το πρώτο κάθε άλλο πάρα τέτοιο είναι και ταυτίζεται με την παράλογη φορολογική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων τα χρόνια της κρίσης. Αυξάνουν την φορολογία και περιμένουν να αυξήσουν τα έσοδα από ΦΠΑ, ενώ ουσιαστικά τα μειώνουν αφού η ζημιά στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών είναι πολλαπλάσια από το ποσοστό αύξησης του φόρου. Το ίδιο συμβαίνει και με τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν μειωμένη τσέπη και όρεξη για ψώνια όταν τους στύβεις. Αλλά και η τσέπη των ίδιων των καταναλωτών είναι σημαντικά μικρότερη από άλλες χρονιές ακόμα και συγκριτικά με χρόνια μέσα στην κρίση. Άρα απλά, αν κάποιος αγοράσει τώρα μια τηλεόραση ή κάτι άλλο σε καλή τιμή, λογικά θα περικόψει το επιπλέον ποσό από κάποια δαπάνη στο άμεσο μέλλον. Δηλαδή, τις χριστουγεννιάτικες διακοπές, τις οποίες σχεδιάζει παραδοσιακά η αγορά να δουλέψει και ως ένα βαθμό να πάρει τα πάνω της ελαφρώς, σε απαισιόδοξες εποχές. Τέλος, αυτό το ‘έθιμο’ ευνοεί κυρίως μεγάλες αλυσίδες και πολυκαταστήματα που παραγγέλνουν σε μεγάλες ποσότητες, πετυχαίνουν καλύτερες τιμές και άρα έχουν μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους για να περικόψουν σε περιόδους προσφορών. Το ερώτημα το οποίο τίθεται, είναι αν με αυτή τη βροχή προσφορών θα κερδίσει και η ελληνική μικρομεσαία εμπορική επιχείρηση που σε περιόδους ευμάρειας αποτελούσε βασικό πυλώνα της οικονομίας και της αγοράς. Προσωπικά πιστεύω ότι 0 από 0. Η αγοραστική δύναμη είναι τόσο χαμηλά που και 80-90% μειώσεις να υπήρχαν, παρόμοιες πρωτοβουλίες θα είχαν μικρή επίδραση στην κινητικότητα των καταναλωτών. Γιατί πολλοί μπήκαν στις ουρές αλλά πόσα και αν ξόδεψαν ορισμένοι από αυτούς; Περιμένουμε να δούμε. Αλλά αυτά τα μέτρα μοιάζουν με τσιρότο σε πολυτραυματία.





