Από τον Απόστολο Μουτιάκα
Είναι όλοι οι άνδρες ίδιοι; Είναι.
Το έχει και πει ο Morrissey , People are the same everywhere. Παντού και πάντα και πάντοτε όλοι είμαστε ίδιοι, ίδιο ύφασμα, ίδια υλικά, πηλός και νερό.
Τις γνώρισα ξημερώματα Κυριακής, σε αφτεράδικο δεν το λες, απλά λειτουργεί 24ωρο το σαββατοκύριακο για να καλύπτει και τους ξενύχτες της Παραλιακής, σούπες πρωινά και τέτοια. Αυτές πίνανε βότκες εγώ γάλα με δημητριακά, ένεκα η δίαιτα. Πρωινός τύπος, φρέσκος.
Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ. Αποστόλης ,αξύριστος, άπλυτος, μαυροφορεμένος, όσο βαρούν τα σίδερα βαρούν τα μαύρα ρούχα, γιατί τα φόρεσα κι εγώ ψεύτη ντουνιά για μιαν αγάπη πούχα.
Αυτές κουρασμένες από το ξενύχτι, διαλυμένα παπούτσια, πεσμένα μακιγιάζ αλλά όμορφες ακόμα. Σέρνουνε έναν δύσμοιρο που φωνάζει, βρίζει, ασχημονεί, οικτίρει, χαλάει την πιάτσα.
Απομακρύνεται, ο Γιάννης είναι έμπειρος ιδιοκτήτης έχει και τη βοήθεια των παιδιών που πουλάνε προστασία και ρίχνουνε και κανένα σκουπισματάκι που και που.
Πλησιάζουμε όλοι προς την κοπέλα που συνόδευε ο Ούνος, της συμπαραστεκόμαστε.
Είναι καλή, γνωριζόμαστε τις κερνάω δύο βότκες, κατά λάθος σνιφάρω λίγη καθώς τη μυρίζω, χάλασε η δίαιτα, αλκοόλ, η Εμμανουέλλα ασχολείται με το Γιάννη.Η πιο όμορφη κοπέλα της παρέας ως συνήθως εξαφανίζεται πρώτη. Δερμάτινο παντελόνι, την καταπίνουν τα έγκατα του μπαρ.
Κάνουμε λίγο swinging στην κουβέντα αλλάζουμε τηλέφωνα, τις γνωρίζω στη γειτονιά.Είναι ο Στέλιος ο ράφτης μου παρακάτω, πάει να του σβήσουν μια κλήση. Τον ξέρει και ο Γιάννης
Μας λέει κάτι αστείες ιστορίες πως του έπαιρνε τα μέτρα και ότι το δεξί μπαλάκι ήταν πιο μεγάλο από το αριστερό.Γελάμε.
Λοιπόν η Σάρα, πρώην παντρεμένη, νυν θεία, σχεδόν πρώην γυναίκα, γραμματέας του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου την εποχή του 01, Δραγώνας, Δάφνη Επικοινωνίες, μετά ένα κενό, ένας γάμος και ναυλώσεις γιότ, τέλος τα περιοδικά.
Ωραίος τύπος η Σάρα, αριστοκρατικός, πάμε ένα balux, ελευθερώνεται επιτέλους από τα τακούνια της, την κάνω να κλάψει, σας είπα είμαστε όλοι ίδιοι, της πιάνω το χέρι, τη συνεφέρνω, της θυμίζω τον πατέρα της.
Πόσες φορές ακόμα, πόσα ξημερώματα, πόσα κιτρινισμένα φύλλα που τα παίρνει μια ξαφνική ριπή του ανέμου δεν θα φέρουν μαζί τις αναμνήσεις του Πατέρα μιας ξενυχτισμένης αλήτισσας στην αγκαλιά μας?
Δεν ήθελα να πάρω το ριμπάουντ, ήθελα μόνο να βρω μια καλή νταντά για το μπέμπη, ίσως να ήταν αυτή, θα δούμε.
Για να βρείτε τον Απόστολο Μουτιάκα στο facebook, πατήστε εδώ.





